Liebe Johanna,

wir freuen uns auf die Printversion Ihrer "Drachme".

In der vergangenen Woche haben wir uns gefreut, Ihre Stimme auf Bayern2 zu hören. Sie haben uns sehr aus der Seele gesprochen: der "kleine Mann" in Griechenland zahlt die Zeche, und die "Großen" lässt man laufen. Hoffentlich ändert sich da nach dem heutigen Neustart etwas dran. Staatsdienerstellen müssen reduziert werden damit die enormen hohen Oppund endlich einmal diejenigen zum Zahlen aufgefordert werden, die jahrzehntelang korrumpiert haben und wurden. Aber ist das nicht auch in ( fast ) jedem anderen Land genauso? Griechenland steht da nur momentan im Rampenlicht, die Korruption auch und gerade in Deutschland steht der Griechischen in nichts nach.

Herzliche Grüße

E.K.


Liebes Drachme-Team,

ich bin erschüttert über die Lage in Griechenland. Ich habe das Interview in der Radiowelt auf Bayern 2 gehört, wo ja wirklich nochmal betont wird, dass mal wieder v.a. "der kleine Mann" betroffen ist.

Ich weiß nicht, an wen ich mich wenden soll, mir ist aber spontan eine Idee gekommen. Ich liebe Griechenland und ich gehe sehr gerne griechisch Essen. Die Gastfreundlichkeit der Griechen ist berühmt, dazu gehört traditionell auch, dass es nach dem Essen einen Ouzo auf Kosten des Hauses gibt. Eigentlich könnte initiiert werden, dass auf freiwilliger Basis künftig der Ouzo einen Euro kostet, der dann sozusagen als kleiner Solidaritätsbeitrag zu 100% als Hilfe nach Griechenland geht...

Vielleicht ist es eine "Schnapsidee", vielleicht ist es aber auch eine gar nicht so schlechte. Wenn dem so ist, dann könnte sie ja aufgegriffen werden....

Herzliche Grüße und danke

M.S.   


Zum Januar Heft der DRACHME 

 

Sehr geehrte Redaktion,

das o.g. Heft wurde mir anläßlich der Veranstaltung 50 Jahre Gastarbeiter im münchner Rathaus vorige Woche uberreicht. Ich muss Ihnen einen Lob aussprechen über die Offenheit mit der Sie die brennenden Probleme der griechischen Jugend angehen. Auf Ihre Frage, warum es so ist wie es ist und woran es liegt, lassen Sie die Antwort von einem ,,alten,, Griechen aussprechen, der zugegeben auf einem einfachen Nenner das Ganze brigt, aber dennoch den Kern der Sache trifft. Es liegt also meiner Meinung nach an dem sehr niedrigen Bildungsniveau der Gesellschaft einerseits und der großen Lüge mit der, der Durchschnittsgrieche seinen Spross  erzieht andererseits. Für das Bildungsniveau kann er wohl wenig dafür, denn dieses Niveau wird ihm von den Massenmedien in Griechenland so serviert tagtäglich. Für die große Lüge aber über die Sicht der Dinge im Allgemeinen trägt er wohl selbst die Verantwortung. Denn was hindert ihn die Geschichte der Welt nicht mit Opportunismus, sondern so wie sie tatsächlich ist zu betrachten, zu verstehen und zu bewerten?
Ich wünsche Ihnen viel Erfolg.

Dr. S.Z.
 


"Το Παραμύθι μου, Μεγάλωσα Μαμά..."

Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα χωριό, σε κάτι χρόνια μακρινά… ήτανε ένα παιδί, σαν όλα εκείνα τα παιδιά που χαμογελούσαν, που ατένιζαν το αύριο.

Κάποιοι, όμως, είχαν άλλα σχέδια γι' αυτό το παιδί. Δεν άκουγε. Δεν ήθελε; Δεν μπορούσε να μιλήσει. Προχωρούσε μόνο, σ' ένα μονοπάτι που άλλοι είχαν χαράξει γι' αυτό... 

Τα χρόνια περνούσαν. Μα το παιδί δε μεγάλωνε Δεν μπορούσε να μεγαλώσει. Όλοι αναρωτιούνταν: «Τι συμβαίνει; Είχαμε τόσα σχέδια γι’ αυτό!»… Μα ο χρόνος δεν το άγγιζε… «Εμείς γερνάμε, κοίταξέ το! Τι περιμένει!» Ο χρόνος αμείλικτος γι’ αυτούς. Όχι όμως και για το παιδί. Το μίσος θέριευε στις καρδιές των ανθρώπων. Δεν αντέχανε να βλέπουν κάποιον να μη μεγαλώνει, να μην ακολουθεί τα χνάρια τους, τα σχέδιά τους. «Πώς τολμάει!».

Το παιδί δεν μίλαγε… Ζωγράφιζε μόνο, ή έκανε πως ζωγράφιζε. Βλέπετε, δεν είχε μπογιές, δεν είχε μολύβια κι ό,τι ζωγράφιζε γινόταν αέρας. Σε άσπρα φύλλα από χαρτί… Τα έδειχνε, μα κανένας δεν καταλάβαινε τι ήθελε να πει.

Μια μέρα, πριν ο ήλιος ανατείλει, το παιδί ξύπνησε από ύπνο βαθύ. Πήδηξε από το παράθυρο του δωματίου του κι άρχισε να τρέχει... να τρέχει σ’ ένα χωματόδρομο γεμάτο αγκάθια! Έτρεχε, πόναγε, μα δε σταματούσε… δε σταματούσε… έτρεχε. Τα πόδια του είχαν γίνει κόκκινα. Αίμα έρεε… κι εκείνο ήθελε να φύγει πιο μακριά… πιο μακριά ... πιο μακριά! Κουράστηκε. Σταμάτησε. Ο ήλιος είχε φτάσει στη μέση. Ο χρόνος πέρναγε. Το αίμα ξεράθηκε και κάθισε … θάλασσα … τι είναι «θάλασσα» … δεν ήξερε… έβλεπε μόνο…

«Δελφίνια»… ένα βήμα μόνο και το σώμα του ένα με τη θάλασσα… Πονούσε. Οι πληγές λούστηκαν με το αλάτι, μα δε βγήκε. Δε φοβήθηκε τον πόνο… έπρεπε να φτάσει στα δελφίνια… Έφτασε! «Έλα, μαζί μου» είπε το δελφίνι. «Πού;» ρώτησε το παιδί. Σε ποια γλώσσα δεν ήξερε, αλλά ρώτησε! Μίλησε! «Πού θέλεις;» αποκρίθηκε το δελφίνι. «Δεν ξέρω». «Έλα μαζί μου και θα δεις». Κι ανέβηκε! Πήρε μια βαθιά ανάσα… και βούτηξαν μαζί στο βυθό! «Οι ζωγραφιές μου! Ό,τι είχα ζωγραφίσει… είναι ΕΔΩ!»

Έφτασε βράδυ. Τ’ αστέρια καθρεφτίζονταν στον ωκεανό. Ο δρόμος του φεγγαριού χαραζόταν στα κύματα. Τζιτζίκια ακούγονταν παντού. Εκείνη η καλοκαιρινή νύχτα ήταν διαφορετική από τις άλλες. Ψίθυροι παντού. Τα πεύκα μίλαγαν με τ’ αστέρια. Η θάλασσα, όλο και πιο ήρεμη, σιγοψιθύριζε στο φεγγάρι: «Σήμερα ένα παιδί έγινε άντρας!», σα μελωδία… «Γεννήθηκε και πέθανε»… «Δεν πέθανε» αποκρίθηκε το φεγγάρι «αναστήθηκε!». Οι μουσικές ακούστηκαν μέχρι τα πέρατα της γης …

Το επόμενο πρωί, οι χωριανοί μαζεύτηκαν στην πλατεία του χωριού… Το παιδί χάθηκε! Το ’σκασε από το σπίτι του! «Καλύτερα!» είπε κάποιος. «Γεράσαμε! Κι αυτό ίδιο! Χαράμι να πάει! Να μην το ξαναδούμε!» όλοι συμφώνησαν! Πώς να δεχτούν κάποιον που ήταν τόσο διαφορετικός απ' αυτούς; Άρχισαν να σκορπίζοναι σιγά-σιγά. Μα τότε τα σύννεφα πύκνωσαν. Ένας αέρας σηκώθηκε. Σκόνη, σαν μανιασμένη θύελλα, άρχισε να τους παίρνει όλους! Ούρλιαζαν, μα δεν μπορούσαν να σωθούν! Φώναζαν… Μετά ησυχία… απόλυτη ησυχία. Το χωριό άδειασε…

Μόνο τα ζώα ακούγονταν. Τα πουλιά. Το θρόισμα των φύλλων κι ένα γλυκό αεράκι που έμεινε μετά τη θύελλα να θυμίζει πως κάποιοι ζούσαν κάποτε σε ένα χωριό γεμάτο μίσος...

Βήματα… ποιος είναι... το χωριό δεν έχει πια κατοίκους… Μια πόρτα άνοιξε κι έκλεισε απαλά, με προσοχή! Σαν κάποιος να ήθελε να μην κάνει θόρυβο, να μην ενοχλήσει αυτούς που κοιμούνται… Μα ποιος κοιμάται! Εδώ δεν είναι πια κανένας… σσσσ… Είναι… Άνοιξε το παράθυρο…

Ο χωματόδρομος είναι στρωμένος με ροδοπέταλα!

Χνάρια από το αίμα εκείνου του παιδιού που τώρα έγινε άντρας...

Αναστήθηκε… Βλέπει θάλασσα…

«Μεγάλωσα, μαμά. Είσαι εδώ; Ήρθα».

Φώτης Κοτάνογλου, Φρανκφούρτη   


Εξέγερση στη φυλακή της ελευθερίας

Τα όσα μας ένωσαν και μας ενώνουν
αφαιρετικά σχήματα στο βανδαλισμένο ψηφιδωτό του ονείρου.
Βεγγαλικά νοήματα
φουσκάλες που σκαν στο βρασμό του ελιξιρίου.
Άμποτε, μια εναρμόνιση στο ύψος της θέας
μια στιγμή μεσοδιαστήματος των υπολογισμών του εκτροχιασμού μας.
Πηγαία η παράσταση διαφορετικότητας με ακροβατικά στον ιστό των ορίων.
Στο σωλήνα των αναλύσεων φιλιστρίνια του έρωτα κι αδιέξοδα
playrooms.
Κεραίες
 με περιστρεφόμενα ραντάρ
τυμβωρύχων περσόνες του ρηχού υλισμού προσφέροντες ως δόλωμα κοινωνική αποδοχή

βάση των αποδοχών μας.
Υλοτομικοί συντονισμοί στον χορό των καλικαντζάρων.
Hard-core κι underground ανάσες, μπουκώματα αμαρτίας, άρτιας εξόδου αυτοχείρων.
Ανθρώπων αισθήσεις
 στο χαλασμένο τηλέφωνο του συστήματος.
Τραβηγμένα τραυλίσματα προκηρύγματα γύρω από την ωρολογιακή βόμβα της καρδιάς μας.
Γραφές μιας κάποιας ευθείας αριστοτελικής -ενώ νου σας- ενώνουσας ψυχής
 με σωμάτιο -στο μάτι-
Διυλισμός εισερχομένων σπερμάτων. Όπλα που σπαν. Στην αγκαλιά. Κατακλείδα.

Άρης Εράνης
, Πάτρα